english | επικοινωνία | αναζήτηση | περιεχόμενα
Τελευταία Νέα
Νέα - Ενημέρωση
Παγκόσμιος υποσιτισμός μέχρι το 2050

Ο πλανήτης θα μπορεί να θρέψει τα 9 δισεκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές που θα ζουν σ' αυτόν το 2050; Το ερώτημα αυτό απασχολεί τους επιστήμονες σε όλο τον κόσμο, που διαπιστώνουν ότι από τα 6,5 δισεκατομμύρια που ζουν σήμερα, 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται και 854 εκατομμύρια υποφέρουν από την πείνα. «Αντιμετωπίζουμε ήδη την ανάγκη να αυξηθεί κατά 30% η παραγωγή ώστε οι άνθρωποι να χορταίνουν, ενώ η παραγωγή πρέπει στη συνέχεια να αυξηθεί ακόμη περισσότερο ενόψει του 2050», λεει ο Μαρσέλ Μαζουαγιέ, καθηγητής στο γαλλικό ινστιτούτο AgroParisTechn. «Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η παγκόσμια αγροτική παραγωγή πρέπει να διπλασιαστεί».

Πώς θα γίνει κάτι τέτοιο; Το πρώτο μέτρο, γράφει ο Ερβέ Κεμφ στη Μοντ, είναι να αυξηθούν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, που σήμερα φτάνουν τα 15 δισεκατομμύρια στρέμματα. Σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποίησε η Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών για τη διατροφή και τη γεωργία (FAO), ο αριθμός αυτός θα μπορούσε σχεδόν να διπλασιαστεί. Στηριζόμενη σε δορυφορικές φωτογραφίες, η μελέτη υπολογίζει σε 28 δισεκατομμύρια στρέμματα τη γη που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί, με την αξιοποίηση μεγάλων εκτάσεων στην Αφρική και τη Νότια Αμερική. «Είναι δυνατόν να πολλαπλασιαστεί με 1,7 η καλλιεργήσιμη γη», λεει ο Μαζουαγιέ. Αλλοι διαφωνούν. «Τα εδάφη που μοιάζουν άδεια, στην πραγματικότητα βρίσκονται σε αγρανάπαυση», επισημαίνει ο Μισέλ Γκριφόν, από το Διεθνές Κέντρο αγρονομικής έρευνας για την ανάπτυξη. «Οι αριθμοί της FAO δεν είναι ρεαλιστικοί».

Το δεύτερο μέτρο για την αντιμετώπιση της δημογραφικής πρόκλησης είναι η αύξηση της μέσης απόδοσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Στις ανεπτυγμένες χώρες, η εντατική γεωργία επιτρέπει αυξημένες αποδόσεις (200 με 1000 κιλά ανά στρέμμα). Αλλά το μοντέλο αυτό δεν μπορεί να μεταφερθεί στις χώρες του Νότου. Η χρήση χημικών προϊόντων προκαλεί μόλυνση του περιβάλλοντος και η τιμή τους θα αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες λόγω της αύξησης της τιμής του πετρελαίου. «Οδεύουμε προς μια γεωργία υψηλού ενεργειακού κόστους, που θα διαθέτει λίγα λιπάσματα και θα πρέπει να κάνει εξοικονόμηση νερού», αναφέρει ο Γκριφόν.

Ποια καινούργια τεχνική προσέγγιση θα μπορούσε να μελετηθεί; Τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα, που μελετώνται ή καλλιεργούνται στην Ινδία, την Κίνα, τη Βραζιλία ή την Αργεντινή, αποτελούν άραγε λύση για τις φτωχές χώρες; «Δεν είναι εύκολο να δοθεί απάντηση σε αυτό το ερώτημα», τονίζει ο Γκριφόν. «Ενδεχομένως τα προϊόντα αυτά να είναι ενδιαφέροντα, αλλά για την επιλογή των φυτών υπάρχουν γρήγορες και πιο φτηνές τεχνικές».

Για τους γεωπόνους, αυτό που χρειάζεται είναι λιγότερα μηχανήματα, λιγότερα χημικά λιπάσματα και λιγότερα εντομοκτόνα, προϊόντα που έτσι κι αλλοιώς οι φτωχοί αγρότες δεν μπορούν να πληρώνουν. «Πρέπει να εφεύρουμε μια οικολογική εντατική γεωργία, που θα έχει αυξημένες αποδόσεις χωρίς να πλήττει τα οικοσυστήματα», συνεχίζει ο Γκριφόν.

Οι ανεπτυγμένες χώρες αντιπροσωπεύουν σήμερα το 18,7% του συνολικού πληθυσμού της γης, ποσοστό που θα μειωθεί σε 13% το 2050. Τη χρονιά εκείνη, ο παγκόσμιος πληθυσμός θα έχει αυξηθεί κατά 117% στην Αφρική, κατά 36% στην Ασία, κατά 39% στη βόρεια Αμερική και κατά 44% στη νότια Αμερική, ενώ θα έχει μειωθεί κατά 10% στην Ευρώπη.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η Παγκόσμια Τράπεζα έχει καλέσει 800 επιστήμονες από όλο τον κόσμο να μελετήσουν το μοντέλο που πρέπει να εφαρμοστεί. Το μοντέλο αυτό, που λέγεται οικογεωργία ή αγροοικολογία, προβλέπει τον διπλασιασμό της απόδοσης στις χώρες του Νότου και στηρίζεται στην ικανότητα των οικοσυστημάτων να ανανεώνονται χάρις σε συνδυασμούς διαφορετικών φυτών και των αλληλουχία διαφόρων καλλιεργειών.

Όλα αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν εν τούτοις ορισμένες άγνωστες παραμέτρους. Σε τι έκταση θα αναπτυχθούν τα βιοκαύσιμα; Η χρήση της γης για ενεργειακούς σκοπούς μπορεί να πλήξει την παραγωγή προϊόντων διατροφής. Στο Μεξικό, για παράδειγμα, που τροφοδοτείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή της τορτίγια από καλαμπόκι αυξήθηκε κατά 14% μέσα σε ένα χρόνο επειδή οι αμερικανικές εκτάσεις αξιοποιούνται όλο και περισσότερο για την παραγωγή αιθανόλης. Μια άλλη αβεβαιότητα είναι η έκταση των κλιματικών αλλαγών. «Δεν μπορούν να αποκλειστούν δυσάρεστες εκπλήξεις», επισημαίνει ο Φρεντερίκ Ντεβέ, ένας ανεξάρτητος σύμβουλος. «Μπορεί, για παράδειγμα, το Μπανγκλαντές να πλημμυρίσει ή να δούμε φαινόμενα όπως οι θύελλες σκόνης (Dust Bowl) που έπνιξαν τις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του ΄20».

Η θέρμανση της γης θα μπορούσε βέβαια να βελτιώσει τις αποδόσεις στον Καναδά, τη Ρωσία και τη βόρεια Κίνα, αλλά θα είχε αρνητικά αποτελέσματα στη Βραζιλία, την Αφρική και την Αυστραλία.

Τέλος, αν ο «αγροοικολογικός» δρόμος αποτελεί λύση για τη διατροφή 9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, παραμένει το μεγάλο πρόβλημα της κατανομής των εσόδων, αφού τα γεωργικά προϊόντα των χωρών του Βορρά επιδοτούνται μαζικά. Όπως δηλώνει ο Μαρκ Ντιφιμιέ, από το Γεωπονικό Εθνικό Ινστιτούτο, «αν αφεθεί ανοιχτή η παγκόσμια αγορά, οι χαμηλές τιμές δεν θα επιτρέψουν στους φτωχούς αγρότες να επιβιώσουν. Θα οδηγηθούν τότε κατά εκατομμύρια προς τις πόλεις, όπου δεν υπάρχουν αρκετές θέσεις εργασίας"

Πηγή: www.kathimerini.gr με πληροφορίες από Le Monde